Συνολικές προβολές σελίδας

ΣΥΣΤΑΣΗ

Με πολύ καλή διάθεση δημοσιεύω στο παρόν blog κάποια άρθρα που πιστεύω ότι μπορεί να βοηθήσουν κάποιους συναδέλφους γυμναστές ή προπονητές, υπάρχουν όμως αρκετοί που αναδημοσιεύουν τα δικά μου άρθρα σε δικά τους site ή blog χωρίς αναφορά στο όνομά μου ή στο blog από όπου προέρχονται τα άρθρα.

Στο εξής απαγορεύεται ρητά σε όλους να αναδημοσιεύουν άρθρα από το παρόν blog και δικά μου άρθρα από οπουδήποτε αλλού τα βρουν διαθέσιμα.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Γιατί οι γυναίκες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο τραυματισμού στα γόνατα


  Οι παρατηρήσεις δείχνουν ότι οι τραυματισμοί στο γόνατο ειδικά στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο είναι πολύ περισσότεροι στις γυναίκες από ότι στους άνδρες στα αντίστοιχα αθλήματα. Στατιστικά οι πιθανότητες να βιώσουν οι γυναίκες έναν τραυματισμό στο γόνατο είναι 2 έως 8 φορές περισσότερες από ότι στους άνδρες, ειδικά στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο.
  Οι ρήξεις των χιαστών πρέπει να διαχωριστούν σε αυτές που συμβαίνουν από άμεση επαφή με άλλον αθλητή ή με αντικείμενο και είναι σχεδόν αδύνατον να τις αποφύγουμε, και σε αυτές που συμβαίνουν χωρίς άμεση επαφή με άλλον αθλητή ή με αντικείμενο. Περίπου το 70% των ρήξεων συμβαίνει χωρίς άμεση επαφή, ενώ το 30% συμβαίνει με άμεση επαφή με άλλον αθλητή ή με αντικείμενο. Οι ρήξεις χωρίς άμεση επαφή συμβαίνουν όταν το γόνατο φορτίζεται σε μικρή κάμψη και έξω στροφή της κνήμης ή σε υπερέκταση και έσω στροφή της κνήμης. Οι περισσότεροι τραυματισμοί στο γόνατο στις γυναίκες δεν συμβαίνουν από επαφή του γόνατος, αλλά όταν κάποια γυναίκα προσγειώνεται από ένα άλμα ή αλλάζει απότομα κατεύθυνση.
  Με την υψηλή εμφάνιση των τραυματισμών του γόνατος μεταξύ των αθλητριών, είναι σημαντικό να καθοριστεί ποιοι παράγοντες συμβάλουν για την πρόκληση αυτών των τραυματισμών με σκοπό την καλύτερη πρόβλεψη και την πρόληψη των τραυματισμών του γόνατος στις γυναίκες. Αν οι ενδογενείς και οι εξωγενείς παράγοντες κινδύνου για τις γυναίκες προσδιοριστούν και εάν κάποιοι από αυτούς μπορούν να μεταβληθούν, τότε είναι πιθανόν να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για να μειωθεί ο κίνδυνος τραυματισμών του γόνατος.
  Η υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης τραυματισμών του γόνατος στις γυναίκες συγκριτικά με τους άντρες πιστεύεται ότι οφείλεται σε μια σειρά από διαφορές μεταξύ των φύλων, συμπεριλαμβανομένων διαφορές στη ανατομική δομή και τις εμβιομηχανικές διαφορές,  στα επίπεδα των ορμονών και τον νευρομυϊκό έλεγχο.
  Η οστική ευθυγράμμιση έχει κάποιο ρόλο, αλλά δεν είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για τη ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου. Η γωνία Q που σχηματίζεται από τις ευθείες που ενώνουν το κέντρο της επιγονατίδας με την πρόσθιο άνω λαγόνιο άκανθα και το κέντρο της επιγονατίδας με το κνημιαίο κύρτωμα, καθορίζει τη γωνία εφαρμογής των μυϊκών φορτίων τόσο στην άρθρωση του ισχίου όσο και στην άρθρωση του γόνατος, στις γυναίκες η γωνία αυτή είναι σημαντικά μεγαλύτερη από των ανδρών (Άνδρες ~13º, Γυναίκες ~18º). Η αυξημένη γωνία Q οδηγεί σε ʺκακήʺ ευθυγράμμιση των κάτω ακρών, αυτή η κακή ευθυγράμμιση οδηγεί το άκρο πόδι και τον αστράγαλο να περιστρέφονται προς τα μέσα σε θέση πρηνισμού του ποδιού, η θέση αυτή δημιουργεί υπερβολικές δυνάμεις περιστροφής του γόνατος προς τα έσω, αυξάνοντας σημαντικά τις δυνάμεις που δέχεται το γόνατο. Η μεγαλύτερη γωνία Q  οδηγεί σε κακή ευθυγράμμιση των κάτω άκρων αυξάνοντας τις δυνάμεις περιστροφής στο γόνατο κατά τη διάρκεια της προσγείωσης μετά από ένα άλμα ή την αλλαγή κατεύθυνσης, ιδιαίτερα στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο, αυτή η αυξημένη πίεση που δέχεται ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος αυξάνει τις πιθανότητες τραυματισμού σε μια γυναίκα που θα κάνει την ίδια κίνηση με έναν άνδρα.
  Η οστική ευθυγράμμιση δεν είναι η μόνη δομική διαφορά μεταξύ γυναικών και ανδρών που μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση τραυματισμών στις γυναίκες, οι έρευνες δείχνουν ότι οι γυναίκες τείνουν να έχουν μικρότερη μεσοκονδύλια εντομή από ότι οι άνδρες. Μια μελέτη που διεξήχθη από τον K. Donald Shelbourne, Thorp J. Davis, and Thomas E. Klootwyk το 1998 εξέτασε τη σχέση μεταξύ εύρους μεσοκονδύλιας εντομής του μηριαίου οστού και τη συχνότητα εμφάνισης ρήξης του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου. Η μελέτη έγινε με διεγχειρητική μέτρηση σε 714 άτομα που υποβλήθηκαν σε επέμβαση αποκατάστασης του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και η μέτρηση του πλάτους της μεσοκονδύλιας εντομής ήταν 13,9 ± 2,2 χιλιοστά για τις γυναίκες και 15,9 ± 2,5 χιλιοστά για τους άνδρες. Η ανάλυση έδειξε ότι οι γυναίκες έχουν κατά μέσο όρο, μικρότερη μεσοκονδύλια εντομή ακόμη και όταν έχουν το ίδιο ύψος με τους άνδρες. Τα συνολικά αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι τα άτομα με στενότερη μεσοκονδύλια εντομή έχουν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ρήξης του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου. Αυτό θα μπορούσε να οφείλεται σε αυξημένες διατμητικές δυνάμεις στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο μέσα στην στενότερη μεσοκονδύλια εντομή. Επίσης υποδηλώνει ότι μια μικρότερη μεσοκονδύλια εντομή είναι ενδεικτική ενός λεπτότερου πρόσθιου χιαστού συνδέσμου, ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι ένας λεπτότερος χιαστός σύνδεσμος μπορεί να είναι ασθενέστερος από το φυσιολογικό.

  Η χαλαρότητα των αρθρώσεων είναι αυξημένη στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες, δεν είναι ακριβώς εξακριβωμένο γιατί συμβαίνει αυτό, αλλά μία πιθανή εξήγηση είναι οι ορμονικές επιδράσεις. Μια μελέτη που διεξήχθη από τον R. Ramesh et al. το 2005 προτείνει ότι η μεγαλύτερη χαλαρότητα των αρθρώσεων και η υπερέκταση του γόνατος είναι παράγοντες που συμβάλλουν στον τραυματισμό του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου. Επαρκή στοιχεία δείχνουν ότι η αυξημένη χαλαρότητα των αρθρώσεων είναι ένας παράγοντας που συμβάλλει στον τραυματισμό των αρθρώσεων και των συνδέσμων, ιδιαίτερα του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου. Η χαλαρότητα των αρθρώσεων είναι πιο συχνή στις γυναίκες από ότι τους άνδρες και θεωρείται ένας παράγοντας που συμβάλλει στην υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ρήξης του πρόσθιου χιαστού στις γυναίκες.
  Έχει αποδειχθεί ότι οι γυναίκες εκτελούν τις αθλητικές δραστηριότητες με μειωμένη ενεργοποίηση των τετρακέφαλων, εκτός από αυτό, οι γυναίκες τείνουν να εκτελούν τις αθλητικές δραστηριότητες με μειωμένη κάμψη του ισχίου και του γόνατος. Έτσι οι γυναίκες τείνουν να βασίζονται περισσότερο στις αρθρώσεις, οι οποίες είναι τα παθητικά συστήματα συγκράτησης των κάτω άκρων, για να επιβραδυνθεί το κέντρο μάζας του σώματος. Αυτή η διαφορά στην εκτέλεση των αθλητικών δραστηριοτήτων αφήνει τις γυναίκες να είναι πιο εξαρτώμενες από τους συνδέσμους κατά τη διάρκεια των αθλητικών δραστηριοτήτων, ενώ οι άνδρες έχουν την τάση να είναι περισσότερο εξαρτώμενοι από τους μύες. Η πρόσθια διατμητική δύναμη που εφαρμόζεται επί της κνήμης από τους τετρακέφαλους μύες αυξάνεται καθώς η γωνία κάμψης του γόνατος μειώνεται. Αυτή η αύξηση της δύναμης τείνει να μεταφέρει την κνήμη προς τα εμπρός και έτσι να αυξήσει το φορτίο στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο. Μια μελέτη που διεξήχθη από τον Pollard et al. το 2010 ερεύνησε την εμβιομηχανική της προσγείωσης μετά από άλμα στις γυναίκες και διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες που προσγειώνονται με μικρή κάμψη του ισχίου και του γόνατος πρέπει να βασίζονται περισσότερο στις παθητικές δομές του γόνατος, ιδιαίτερα στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο για τον έλεγχο της προσγείωσης. Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη τα άτομα που ήταν σε θέση να περιορίσουν την πρόσθια διατμητική δύναμη στο γόνατο το έπραξαν με τη συμμετοχή των εκτεινόντων του ισχίου τους. Έτσι, η δύναμη και η ενεργοποίηση των μυϊκών ομάδων όπως οι οπίσθιοι μηριαίοι και ο μεγάλος γλουτιαίος μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη μιας στρατηγικής προσγείωσης με μεγαλύτερη κάμψη ισχίου και γόνατος.
  Πολλές πρόσφατες μελέτες, όπως αυτές που διενεργήθηκαν από Wojtys, Liu, and Sarwar το 2002 έδειξαν ότι οι ορμόνες θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη χαλαρότητα των αρθρώσεων, ιδιαίτερα σε αυτή του γόνατος. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως η χαλαρότητα των αρθρώσεων είναι ένας παράγοντας που συμβάλλει στις κακώσεις του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου. Αν και είναι συζητήσιμο τι προκαλεί την χαλαρότητα των αρθρώσεων στις γυναίκες, οι ορμονικές επιρροές και οι επιδράσεις των οιστρογόνων και της προγεστερόνης στην εκτασιμότητα του κολλαγόνου προσφέρουν μια εξήγηση. Ο έμμηνος κύκλος και οι διακυμάνσεις των ορμονών κατά τη διάρκειά του είναι μία από τις πιο βασικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ως εκ τούτου είναι πιθανό ότι οι τραυματισμοί στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο μπορεί να συμβαίνουν κατά τη διάρκεια διαφορετικών φάσεων του έμμηνου κύκλου λόγω της κυμαινόμενης ορμονικής επίδρασης. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για την ταξινόμηση των φάσεων του εμμηνορροϊκού κύκλου, αλλά το πιο κοινό σύστημα χωρίζει τον κύκλο σε τρεις κύριες φάσεις, την ωοθυλακική φάση, τη φάση ωορρηξίας και την ωχρινική φάση. Η ωοθυλακική φάση, η οποία αρχίζει την πρώτη ημέρα της εμμήνου ρύσεως, έχει μέσο μήκος των 9 ημερών. Σε αυτή τη φάση το ωοθυλάκιο αρχίζει να αναπτύσσεται, κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του ωοθυλακίου, η συγκέντρωση της ωχρινοτρόπου ορμόνης αυξάνεται. Μια απότομη αύξηση της ωχρινοτρόπου ορμόνης αρχίζει 24 ώρες πριν την ωορρηξία. Η φάση της ωορρηξίας εκτείνεται σε μια περίοδο περίπου 5 ημέρων. Η τελευταία φάση, γνωστή ως ωχρινική φάση διαρκεί περίπου 14 ημέρες. Μια αύξηση της προγεστερόνης παρατηρείται κατά τη μέση αυτής της φάσης, η απότομη διακοπή της απελευθέρωσης προγεστερόνης προκαλεί την έναρξη της εμμήνου ρύσεως. Στη μελέτη που διεξήχθη από Wojtys, Liu, and Sarwar το 2002 βρήκαν μια σημαντική συσχέτιση μεταξύ της κατανομής των τραυματισμών του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και τις φάσεις του έμμηνου κύκλου. Οι ερευνητές μελέτησαν εξήντα πέντε γυναίκες για μια περίοδο 2 ετών που υπέστησαν ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου χωρίς επαφή. Από κάθε γυναίκα παίρνονταν δύο δείγματα ούρων, ένα μέσα στο πρώτο 24ωρο από τον τραυματισμό και ένα δεύτερο δείγμα εντός 24 ωρών από την πρώτη ημέρα της επόμενης έμμηνου ρύσης της. Κάθε δείγμα αναλύθηκε για τα ολικά οιστρογόνα, την προγεστερόνη και την ωχρινοτρόπο ορμόνη. Συνολικά οι τραυματισμοί του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου ήταν πιο συχνοί κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας από ότι κατά την ωχρινική φάση. Ενώ οι έρευνες έχουν αποδείξει ότι οι ορμόνες παίζουν σημαντικό ρόλο στη συχνότητα εμφάνισης τραυματισμού του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου παραμένει ασαφές πώς ακριβώς επηρεάζεται. Θα μπορούσε να είναι το γεγονός ότι οι ορμόνες επηρεάζουν άμεσα τον μεταβολισμό του κολλαγόνου, μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε από τους S. Η Liu et al. το 1997 ερεύνησε τις επιδράσεις των οιστρογόνων, ιδιαίτερα της 17β-οιστραδιόλης, σχετικά με την κυτταρική ανάπτυξη και σύνθεση του κολλαγόνου των ινοβλαστών που προέρχονται από τον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο κουνελιού. Η μελέτη διαπίστωσε ότι η σύνθεση κολλαγόνου ήταν σημαντικά μειωμένη με αυξανόμενες συγκεντρώσεις οιστρογόνων. Μια σημαντική μείωση της ανάπτυξης των ινοβλαστών παρατηρήθηκε επίσης με αυξανόμενες συγκεντρώσεις οιστρογόνων. Έτσι, οι μεταβολές στον κυτταρικό μεταβολισμό που προκαλείται από τις διακυμάνσεις των οιστρογόνων μπορεί να αλλάξει τη σύνθεση του προσθίου χιαστού συνδέσμου, καθιστώντας πιο επιρρεπή σε τραυματισμό.
  Εκτός από μια πιθανή άμεση επίδραση στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο, οι ορμόνες μπορεί να τον επηρεάσουν κατά τη διάρκεια του μηνιαίου κύκλου επηρεάζοντας το νευρομυϊκό σύστημα. Σε γενικές γραμμές, οι γυναίκες τείνουν να έχουν μειωμένη νευρομυϊκή απάντηση στον επικείμενο τραυματισμό σε σύγκριση με τους άνδρες. Εκτός από την υπάρχουσα διαφορά, η έρευνα έχει δείξει ότι οι γυναίκες βιώνουν διαφορετικούς βαθμούς νευρομυϊκού ελέγχου κατά τη διάρκεια του έμμηνου κύκλου. Σε μια μελέτη που διεξήχθη από Sarwar et al. ανέφεραν σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία των σκελετικών μυών κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ικανότητα συστολής και χαλάρωσης στον τετρακέφαλο μυ άλλαξε. Αυτή η διαφορά στη νευρομυϊκή λειτουργία θα μπορούσε να έχει ένα ρόλο στην αυξημένη συχνότητα κακώσεων του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας.
  Η δύναμη και η αντοχή στη δύναμη των μυών στήριξης των κάτω άκρων όπως αυτοί των ισχίων μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην υγεία και την σταθερότητα του γόνατος. Αν αυτοί οι μύες είναι αδύναμοι, τότε η δυναμική ευθυγράμμιση του γόνατος μπορεί να αλλάξει σημαντικά και το γόνατο θα πρέπει να βασίζεται περισσότερο στους συνδέσμους για την υποστήριξή του. Αυτή η συνεχής επιβάρυνση των συνδέσμων με την πάροδο του χρόνου μπορεί να οδηγήσει σε αποδυνάμωση και τραυματισμό του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου.
  Νευρομυϊκοί παράγοντες, όπως η μη ισορροπημένη μυϊκή δύναμη συμβάλλει στην εμφάνιση του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου στις γυναίκες, η άνισα κατανεμημένη μυϊκή δύναμη μπορεί να οδηγήσει σε τραυματισμό στο γόνατο, όταν υπάρχει ανισορροπία δυνάμεων μεταξύ εκτεινόντων και καμπτήρων του μηρού προκαλείται υπερβολική καταπόνηση της άρθρωσης και των συνδέσμων της. Οι οπίσθιοι μηριαίοι μυς είναι σημαντικοί για την σταθεροποίηση της άρθρωσης του γόνατος, αυτοί λειτουργούν για να συγκρατήσουν την πρόσθια κίνηση της κνήμης για να μειωθούν οι πρόσθιες διατμητικές δυνάμεις μειώνοντας σημαντικά το φορτίο στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο, οι οποίοι είναι ο πρωταρχικοί μύες για ενεργητική συγκράτηση προς τα εμπρός κίνηση της κνήμης. Υπάρχει σημαντικά αυξημένος κίνδυνος για συνδεσμικές βλάβες σε αθλητές με ανισορροπία δύναμης μεταξύ του τετρακέφαλου και των οπίσθιων μηριαίων. Έχει αποδειχθεί ότι οι νεαρές αθλήτριες έχουν σημαντικά χαμηλότερη δύναμη στους οπίσθιους μηριαίους σε αναλογία με τον τετρακέφαλο από ότι οι νεαροί αθλητές.
  Υπάρχουν πολλές δομικές, ανατομικές και ορμονικές διαφορές μεταξύ αντρών και γυναικών που επηρεάζουν τη λειτουργία του γόνατος. Πολυάριθμες μελέτες έχουν αποκαλύψει τους ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες κινδύνου που αντιμετωπίζουν οι αθλήτριες. Έχει αποδειχθεί ότι η νευρομυϊκή εκπαίδευση μπορεί να βοηθήσει να ξεπεραστούν τα μειονεκτήματα στο γυναικείο γόνατο και είναι επιτακτική ανάγκη οι γυμναστές και οι προπονητές να εξετάσουν την εφαρμογή κατάλληλων νευρομυϊκών προπονητικών ερεθισμάτων για τη μείωση των κακώσεων του προσθίου χιαστού συνδέσμου στις γυναίκες.

Διαβάστε ακόμη